Λεμφαδενοπάθεια, Λέμφωμα, Σπληνομεγαλία
Διόγκωση λεμφαδένων / σπληνομεγαλία
Η λεμφαδενοπάθεια (διόγκωση λεμφαδένων) και η σπληνομεγαλία (διεύρυνση του σπλήνα) αποτελούν συχνά ενδείξεις υποκείμενων παθολογικών καταστάσεων, που μπορεί να περιλαμβάνουν λοιμώξεις, αυτοάνοσα νοσήματα ή κακοήθειες όπως τα λεμφώματα. Η διερεύνησή τους απαιτεί πολυδιάστατη προσέγγιση και μπορεί να οδηγήσει στη διάγνωση λεμφώματος, το οποίο διακρίνεται από ήπιο (βραδέως εξελισσόμενα) έως επιθετικό (ταχέως εξελισσόμενο) λέμφωμα, με θεραπευτικές επιλογές που κυμαίνονται από παρακολούθηση έως έναρξη κύκλων χημειοθεραπείας.
Διερεύνηση πιθανού λεμφώματος
Για τη διερεύνηση καταστάσεων “υπόπτων” για Αιματολογική κακοήθεια (λέμφωμα) ακολουθείται ένας διαγνωστικός αλγόριθμος που περιλαμβάνει την κλινική εξέταση, την εργαστηριακή και απεικονιστική διερεύνηση και τέλος η επιβεβαίωση γίνεται με βιοψία ιστού (βιοψία λεμφαδένα).
Λέμφωμα Hodgkin's
Το λέμφωμα Hodgkin είναι ένας καρκίνος του λεμφικού συστήματος. Χαρακτηρίζεται από ανώδυνη διόγκωση λεμφαδένων, πυρετό, νυχτερινές εφιδρώσεις και απώλεια βάρους. Η νόσος θεωρείται πλέον ιάσιμη, με ποσοστό ίασης 75-80% χάρη στη σύγχρονη χημειοθεραπεία και, ανάλογα με το στάδιο, ακτινοθεραπεία ή νεότερες στοχευμένες θεραπείες. Η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή θεραπευτική προσέγγιση προσφέρουν εξαιρετική πρόγνωση στους περισσότερους ασθενείς.
Λέμφωμα non Hodgkin's
Χρόνια Λεμφοκυτταρική Λευχαιμία (ΧΛΛ)
Η χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (ΧΛΛ-CLL) είναι ένας αργά εξελισσόμενος καρκίνος του αίματος, Στην ΧΛΛ υπάρχει παθολογική αύξηση των λεμφοκυττάρων στο αίμα, στους λεμφαδένες η και στον σπλήνα, με αποτέλεσμα συχνά διόγκωση των λεμφαδένων και εξασθένηση του ανοσοποιητικού συστήματος. Πολλοί ασθενείς ζουν δεκαετίες με τη νόσο, είτε υπό παρακολούθηση είτε με ήπια θεραπεία, και το 5ετές ποσοστό επιβίωσης ξεπερνά το 80%. Η νόσος εξελίσσεται αργά και σε πολλές περιπτώσεις ελέγχεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα, χάρη στα σύγχρονα φάρμακα, όπως οι αναστολείς της τυροσινικής κινάσης Bruton’s (BTK inhibitors: ibrutinib, acalabrutinib, zanubrutinib), το venetoclax, τα μονοκλωνικά αντισώματα (rituximab, obinutuzumab).